εφθημιμερής


εφθημιμερής
-ές (ΑΜ ἑφθημιμερής, -ές)
1. αυτός που περιέχει επτά ημίση (3 + 1/2)
2. (στη μετρική) το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐφθημιμερὲς (ενν. μέτρο)
το μέτρο που περιέχει 3 1/2 πόδες, όπως είναι το αποτελούμενο από τους πρώτους 3 1/2 πόδες τού δακτυλικού εξαμέτρου, τού τροχαϊκού ή τού ιαμβικού τριμέτρου
3. φρ. «εφθημιμερής τομή» — η τομή που γίνεται μετά την πρώτη συλλαβή τού τετάρτου ποδός στους στίχους τού δακτυλικού εξαμέτρου και τού ιαμβικού ή τροχαϊκού τριμέτρου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επτά + ἡμι-μερής].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἑφθημιμερής — containing seven halves masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑφθημιμερῆ — ἑφθημιμερής containing seven halves neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἑφθημιμερής containing seven halves masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἑφθημιμερής containing seven halves masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑφθημιμερεῖ — ἑφθημιμερής containing seven halves masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἑφθημιμερής containing seven halves masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑφθημιμερές — ἑφθημιμερής containing seven halves masc/fem voc sg ἑφθημιμερής containing seven halves neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑφθημιμεροῦς — ἑφθημιμερής containing seven halves masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑφθημιμερῶν — ἑφθημιμερής containing seven halves masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τομή — Η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τέμνω (= κόβω). Στη μετρική ο όρος τ. δηλώνει τον χωρισμό μεταξύ δύο λέξεων που χρησιμεύει ως όριο μεταξύ δύο μετρικών μελών και που πραγματοποιείται φωνικά ως παύση στην εκφώνηση του στίχου. Στην κλασική μετρική …   Dictionary of Greek

  • Гекзаметр — Гекзаметр, гексаметр, устар. ексаметр, ексаметрон, эксаметр, дактило хореический размер, шестеромерный стих (др. греч. ἑξάμετρον, от ἕξ  «шесть» и μέτρον  «мера»)  в античной метрике любой стих, состоящий из шести метров. В более… …   Википедия

  • Цезура — Содержание 1 Цезура в метрике 1.1 Цезура в героическом гекзаметре …   Википедия

  • εφθημιμερικόν — ἑφθημιμερικὸν (μέτρον), τὸ (Μ) [εφθημιμερής] το παροιμιακό …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.